Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ


Του Γεωργίου Βιλλιώτη, Θεολόγου - Φιλολόγου
Ὁ Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων τό 1418 ὑποβάλλει ὑπόμνημα στόν Αὐτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο, στό ὁποῖο καταθέτει μεταξύ ἄλλων μαρτυρία αὐτοσυνειδησίας «ἐσμὲν γὰρ οὖν ὧν ἡγεῖσθέ τε καὶ βασιλεύετε Ἕλληνες τὸ γένος, ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ». Ἡ φωνή, δηλαδή ἡ γλώσσα του πιστοποιεῖ τήν καταγωγή του· ἡ γλώσσα λειτουργεῖ ὡς συνείδηση ἰθαγένειας. Πράγματι, ὅπως ἔδειξε μέ πειστικά ἐπιχειρήματα ὁ καθηγητής Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης[1], ἡ γλώσσα ἀποτελεῖ ἀναγνωριστικό
τῆς φυσιογνωμίας καί τῆς ταυτότητας ἑνός λαοῦ. Ὅποιος ἔχει κατακτήσει ἐπαρκῶς τή γλώσσα του δύναται νά βιώσει βαθύτερα τόν πολιτισμό καί τήν ἱστορία του. Ἄν ἀποδεχθοῦμε αὐτήν τήν ἀρχή, ἀντιλαμβανόμαστε πόσο μεγάλη βαρύτητα ἔχει στή συνείδηση τοῦ Ἕλληνα ἡ ἀνάγκη νά κατακτήσει τή γλώσσα τῆς μάνας του, τή γλώσσα πού μιλιέται ἀδιαλείπτως τέσσερις χιλιετίες καί γράφεται 3500 χρόνια. Καμμία ἄλλη γλώσσα δέν ἔχει τόσο μακρόχρονη προφορική καί γραπτή ἱστορία[2]. Ὁ ἑλληνικός λαός εἶναι ἕνας ἱστορικός λαός μέ ξεχωριστή παρουσία στήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Ἦταν λοιπόν ἑπόμενο νά σμιλεύσει μιά ξεχωριστή γλώσσα γιά νά ἐπικοινωνήσει, νά ὀργανώσει καί νά ταξινομήσει τόν κόσμο. Ἡ γλώσσα αὐτή εἶναι ἑνιαία καί ἀδιαίρετη καί ὁμοούσιος καί ὀφείλουμε παράλληλα μέ τή συγχρονική θεώρηση νά σπουδάσουμε καί τή διαχρονία της[3]. Τί ἐννοοῦμε ὅμως ὅταν λέμε διαχρονική προσέγγιση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, σέ τί συνίσταται ἡ διαχρονική ἑνότητά της;
  Ἄν φυλλομετρήσει κανείς ἕνα λεξικό ὅλης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας[4], θά διαπιστώσει ὅτι χιλιάδες λέξεις τῆς ἀρχαίας εἶναι ζωντανές, τίς χρησιμοποιοῦμε εἴτε αὐτούσιες, λ.χ. φῶς, θάλασσα, γῆ, ἀγάπη, φίλος, σοφία, ἐλευθερία, ἀρετή, πάθος, ἰσχύς, κράτος, σύμπαν, ἥλιος ἄνθρωπος, Θεός, εἴτε παραλαγμένες, ὅπως ἄνδρας (ἀνήρ), γυναίκα (γυνή), μητέρα (μήτηρ) …καί ὧν οὔκ ἐστιν ἀριθμός. Πολλές λέξεις ἄλλαξαν σημασία (τό ἐπίθετο ὡραῖος στά ἀρχαῖα σήμαινε αὐτόν πού ἦταν ὥρα του), ἄλλες «στένεψαν» (πετεινός «πετάμενος»>πετεινός «κόκορας», ἄλλες «ἁπλώθηκαν» (κάμνω «κουράζομαι»>κάνω «κατασκευάζω», κάποιες «βελτιώθηκαν» (καημένος «δυστυχισμένος»> «συμπαθής», κάποιες «χειροτέρεψαν» (τύραννος «ἄρχοντας»>δυνάστης). ‘Υπάρχουν καί ἐκεῖνες πού βρίσκονταν σέ χειμερία νάρκη καί ξαναζωντάνεψαν γιά νά ἀπολακτίσουν τίς ὀθνεῖες πού μᾶς κληροδότησε ἡ μακρόχρονη δουλεία· ἡ φαμίλια ἔγινε οἰκογένεια καί ἡ γαζέτα ἐφημερίδα. Ὁ ὁμιλητής πού ἀγνοεῖ τά παλαιότερα ἑλληνικά δέν μπορεῖ νά γευτεῖ τή μαγεία τῆς περιπέτειας τῶν λέξεων, τό σμίλεμα τῆς σημασίας τους μέσα στό χρόνο[5], ἀδυνατεῖ νά ἀναζητήσει τό πρωταρχικό τους βιωματικό περιεχόμενο. Ἄς ἀναλογιστοῦμε τό βιωματικό φορτίο πού κομίζουν τά λεξήματα: Παναγιά, θάνατος (πόσο διαφέρει ἀπό τό ἀγγλικό death), ἐκκλησιά, λεβεντιά[6]. Κάθε λέξη ἀποτελεῖ καί μιάν ἀπόχρωση τοῦ πνεύματος[7]. Τό ἦθος γιά νά γίνει εὐγενές χρειάζεται ἔθος «συνήθεια»· οἱ πρόγονοί μας πίστευαν ὅτι τό ἦθος διαπλάθεται μέ τόν ἐθισμό στίς ἐνάρετες πράξεις (ἦθος, ἠθική, ἔθος ἀνήκουν στήν ἴδια ἐτυμολογική οἰκογένεια). Ἡ τιμωρία εἶναι ὑπεράσπιση τῆς τιμῆς τοῦ ἀδικημένου (τιμή + ὥρα «φροντίδα) καί ἡ ἀρετή συγγενεύει τόν ἄριστο. Τό ταξίδι στή ζωή τῶν λέξεων ἀποκαλύπτει τό ἦθος τοῦ λαοῦ, τίς ἀξίες, τίς περιπέτειες καί τά βάσανά του. Πέραν τούτου ἡ ἀρχαία λειτουργεῖ σάν δεξαμενή ἀπό τήν ὁποία ἀντλοῦμε ἐκφραστικές δυνατότητες. Πάνω ἀπό 70.000 λέξεις τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς εἶναι λόγιας προελεύσεως, περίπου τά ¾ τοῦ λεξιλογίου της· διαδίκτυο, τηλεδιάγνωση, ταχυπληρωμή, δωροδοκία, βιοηθική, δικτυοπειρατής… Ἡ συμβολή τῆς καθαρεύουσας (ὄχι τῆς ἐμμονῆς σέ ἀρχαϊκούς τύπους, ἀλλά τῆς τάσης γιά περιορισμό τῶν ξένων λέξεων) εἶναι ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Σήμερα, πού τά γλωσσικά πάθη ἔχουν ἀμβλυνθεῖ, μποροῦμε μέ βεβαιότητα νά ποῦμε ὅτι ἡ γλωσσική διαμάχη ἔγινε πηγή πλουτισμοῦ τοῦ λεξιλογίου καί χυμώδους πολυτυπίας.
  Ὁ ἑνιαῖος χαρακτήρας τῆς γλώσσας μας δέν συνίσταται μόνο στό λεξιλόγιο. Συνοχή ἐντοπίζουμε καί στίς δομές, γραμματικές καί συντακτικές. Παρά τίς μεταβολές πού συντελέστηκαν κατά τήν ἑλληνιστική περίοδο (κατάργηση τῆς δοτικῆς, τῆς Εὐκτικῆς, τοῦ δυικοῦ ἀριθμοῦ, τάση γιά δομική συμμετρία καί ἁπλοποίηση, περιορισμός τῶν μετοχικῶν προτάσεων καί ἀνάλυση τοῦ ἀπαρεμφάτου σέ πρόταση) τά βασικά δομικά γνωρίσματα διατηρήθηκαν. Ἡ θέση τῶν λέξεων μέσα στήν πρόταση δίνει τήν εὐκαιρία στόν ὁμιλητή νά δώσει πρωτοκαθεδρία στή λέξη πού ἐπιθυμεῖ (π.χ. ὁ κυνηγός σκότωσε τόν λύκο, τόν λύκο σκότωσε ὁ κυνηγός, σκότωσε τόν λύκο ὁ κυνηγός)· νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ περισσότερες εὐρωπαϊκές γλῶσσες δέν ἔχουν αὐτήν τή δυνατότητα, χαρακτηρίζονται ἀπό δομική ἀνελαστικότητα. Ἐπίσης οἱ διακρίσεις τῆς τροπικότητας, ἤτοι τῆς στάσεως τοῦ ὁμιλητῆ σέ αὐτά πού λέει (ἀδιαφορία, εὐχή, ἀπορία, δυσαρέσκεια), τοῦ ποιοῦ ἐνέργειας, τῆς διάρκειας δηλαδή (ἔπαιζα: ἐπαναλαμβανόμενο, ἔπαιξα: συνοπτικό, ἔχω παίξει: συντελεσμένο) διατηρήθηκαν στή σύγχρονη ἑλληνική. Τό ρῆμα ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελεῖ τόν συντακτικό πυρήνα τῆς πρότασης καί οἱ πτώσεις ἔχουν τήν ἴδια λειτουργία μέ ἐξαίρεση τή δοτική πού χρησιμοποιεῖται σέ στερεότυπες ἐκφράσεις (ἐν ὀλιγοις, σύν τῷ χρόνῳ).
  Τό 403 π.Χ. ὁ ἄρχοντας τῶν Ἀθηνῶν Εὐκλείδης καθιέρωσε ἐπίσημα στήν Ἀθήνα τό ἰωνικό ἀλφάβητο. Τό εὐκλείδιο ἀλφάφητο, ὅπως ὀνομάστηκε πρός τιμήν του, χρησιμοποιεῖται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα. Μαζί του καθιερώθηκε μιά ὀρθογραφία πού ὁ λαός τήν τήρησε μέ θρησκευτική προσήλωση. Ἡ ἱστορική ὀρθογραφία, ὅπως ὀνομάστηκε, εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς γραπτῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης. Χάρη σ’ αὐτήν ἀποφεύγεται ἡ νοηματική σύγχυση (δύο – δύω, κλείνω – κλίνω, ρῆμα – ρίμα), δίνεται ἡ δυνατότητα νά ἐντοπίζουμε τίς λέξεις πού βρίσκονται στήν ἴδια ὁμάδα (εἶδος, εἴδηση, εἴδωλο, εἰδύλλιο, εἰδήμων) καί διευκολύνεται ἐτυμολόγηση τῶν λέξεων. Ὁρισμένοι θεωροῦν τήν ἱστορική ὀρθογραφία τροχοπέδη· ἤ ταλαιπωροῦνται νά τή μάθουν, οἱ ξένοι δυσκολεύονται. Ὄντως εἶναι δύσκολη στήν ἐκμάθηση. Ὅμως χαλεπά τά καλά! Ὁ νοῦς γυμνάζεται. Ἁπλοποίηση στήν ὀρθογραφία συνεπάγεται ἁπλοποίηση στή σκέψη.Ὅσο γιά τούς ξένους ὁ καθηγητής Hans Eideneier γράφει «μιά μεταφορά τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας στό λατινικό ἀλφάβητο εἶναι ἀδύνατη, ἡ φωνητική ὀρθογραφία πάλι θά ἔκοβε τούς δεσμούς τῶν Ἑλλήνων ὄχι ἁπλῶς μέ τήν ὀρθογραφική τους παράδοση, ἀλλά γενικότερα μέ τήν ὑπερτρισχιλιετῆ γραπτή τους ἱστορία. Καί μιά τέτοια θυσία δέν μπορεῖ νά ἀπαιτήσει κανείς ἀπό τους Ἕλληνες. Θά πρέπει, λοιπόν, νά συνεχίσει νά γίνεται ἀποδεκτό στήν Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλληνική θά γράφεται μέ τό δικό της ἰδιαίτερο ἀλφάβητο»[8].
  Συναφές θέμα μέ τή γραφή εἶναι ὁ τονισμός. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα, πού ἐν μιᾶ νυκτί ἀποκαθηλώθηκαν, ἀποτελοῦν οὐσιῶδες χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς γραπτῆς μορφῆς τῆς γλώσσας μας καθώς χρησιμοποιοῦνται ἐπί 20 αιῶνες. «Μία ἀπό τίς πλευρές τοῦ πολυτονικοῦ εἶναι ἡ ὀπτική ἐξοικείωση μέ τίς παλαιές ἤ παλαιότερες – καί ὄχι μόνο – φάσεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί δι’ αὐτῆς, ἡ διαχρονική ἑνότητα τοῦ «ὀπτικοῦ σήματος» τῶν ἑλληνικῶν λέξεων[9]. Ἡ χρήση τοῦ μονοτονικοῦ δυσκολεύει ὄχι μόνο τόν ἀναγνώστη, ἀλλά καί τόν φιλομαθῆ πού ἀναζητᾶ τό «ἔτυμον», τήν ἀληθῆ προέλευση τῶν λέξεων. Ὁ μαθητής ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει ὅτι θά πάει πενθήμερη (πέντε + ἡμέρα, τό τ τρέπεται σέ θ λόγῳ τῆς δασείας) καί ὄχι πενταήμερη ἐκδρομή ἤ ὅτι ἡ ὑφήλιος εἶναι ἡ γῆ πού φωτίζεται ἀπό τόν ἥλιο.
  Ἡ διαχρονική προσέγγιση τῆς ἑλληνικῆς ἀποκαλύπτει τήν ἀνεκτίμητη προσφορά τοῦ ἕλληνος λόγου σέ ὅλες τίς γλῶσσες τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Πολιτική, πόλις δημοκρατία, διάλογος, ἱστορία, θέατρο, ποίημα, ἁρμονία, σχολή, ἀκαδημία, παιδεία, μύθος, φαντασία, Βίβλος, φύση, θεραπεία, φιλοσοφία εἶναι μερικές ἀπό τίς χιλιάδες πανευρωπαϊκές λέξεις πού κληροδότησε ἡ ἑλληνική στούς λαούς τῆς Εὐρώπης, πού ὀφείλει τό ὄνομα της στή μυθική Εὐρώπή, τήν κόρη τοῦ Ἀγήνορα.
  «Μοῦ ἐδόθηκε, ἀγαπητοί φίλοι, νά γράφω σέ μία γλώσσα πού μιλιέται μόνον ἀπό μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, μία γλώσσα πού μιλιέται ἐπί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή καί μ’ ἐλάχιστες διαφορές. Ἡ παράλογη αὐτή, φαινομενικά, διάσταση, ἀντιστοιχεῖ καί στήν ὑλικο - πνευματική ὀντότητα τῆς χώρας μου. Πού εἶναι μικρή σέ ἔκταση χώρου καί ἀπέραντη σέ ἔκταση χρόνου. Καί τό ἀναφέρω ὄχι διόλου γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἀλλά γιά νά δείξω τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ἕνας ποιητής, ὅταν χρησιμοποιεῖ γιά τά πιό ἀγαπημένα πράγματα τίς ἴδιες λέξεις πού χρησιμοποιοῦσαν μία Σαπφώ ἤ ἕνας Πίνδαρος π.χ. - χωρίς ὡστόσο νά ἔχει τό ἀντίκρυσμα πού εἶχαν ἐκεῖνοι ἐπάνω στήν ἔκταση τῆς πολιτισμένης τότε ἀνθρωπότητας. Ἐάν ἡ γλώσσα ἀποτελοῦσε ἁπλῶς ἕνα μέσον ἐπικοινωνίας, πρόβλημα δέν θά ὑπῆρχε. Συμβαίνει ὅμως ν’ ἀποτελεῖ καί ἐργαλεῖο μαγείας καί φορέα ἠθικῶν ἀξιῶν. Προσκτᾶται ἡ γλώσσα στό μάκρος τῶν αἰώνων ἕνα ὁρισμένο ἦθος. Καί τό ἦθος αὐτό γεννᾶ ὑποχρεώσεις. Χωρίς νά λησμονεῖ κανείς ὅτι στό μάκρος εἰκοσιπέντε αἰώνων δέν ὑπῆρξε οὔτε ἕνας, ἐπαναλαμβάνω οὔτε ἕνας, πού νά μήν γράφτηκε ποίηση στήν ἑλληνική γλώσσα. Νά τί εἶναι τό μεγάλο βάρος παράδοσης πού τό ὄργανο αὐτό σηκώνει. Τό παρουσιάζει ἀνάγλυφα ἡ νέα ἑλληνική ποίηση[10]».     
[1] Γ.Μπαμπινιώτη, Ἡ γλώσσα ὡς ἐθνική ταυτότητα, στόν συλλογικό τόμο: Ἡ γλώσσα τῶν Ἑλλήνων, ἐκδόσεις Ἱερᾶς μονῆς Κουτλουμουσίου-Ἅγιον Ὄρος, 1998, σελ. 31-37. [2] George Thomson, Ἡ ἑλληνική γλώσσα, ἀρχαία καί νέα, ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα,19892, σελ.23. [3] Διαχρονία  (τῆς γλώσσας) [language diachrony] Ἡ ἐξέταση τῆς ἱστορίας μίας γλώσσας. συγχρονία (τῆς γλώσσας). Συγχρονία [language synchrony] Ἡ θεώρηση τοῦ συστήματος τῆς γλώσσας σέ μία δεδομένη χρονική στιγμή. 4 Τό λεξικο τοῦ Δημητράκου καί τό λεξικό τῆς Ἐγκυκλοπαίδειας Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα εἶναι τά μοναδικά πού περιέχουν λέξεις ἀπό τό γλωσσικό θησαυρό τῆς ἀρχαίας, τῆς μεσαιωνικῆς καί νέας ἑλληνικῆς. [5] Πρβλ. Γ. Μπαμπινιώτη, Ἑλληνική Γλώσσα, Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον, ἐκδόσεις Gutenberg, Ἀθήνα, 1994, σελ. 10 καί ἑξ. [6] Ἠ λέξη λεβεντιά παρόλο πού ἔχει τουρκική προέλευση εἶναι μιά ἀπό τίς πιό ἐκφραστικές καί δηλωτικές τοῦ νεοελληνικοῦ λεξιλογίου. Ἀποτελεῖ ἴσως τό πληρέστερο παράδειγμα τῆς ἀφομοιωτικῆς δύναμης τῆς ἐλληνικῆς· δανείζεται μία λέξη, τήν προσαρμόζει στό μορφολογικό της σύστημα καί ἐκφράζει μέ αὐτήν ἀξίες «ἀποκλειστικά» ἑλληνικές. [7] Ὁ ἀείμνηστος Ἰ.Θ. Κακριδής εἶχε γράχει «Κάθε λέξη πού χάνεται σέ κάποιο χωριό σημαίνει ἕναν θάνατο τό ἴδιο θλιβερό, ὄσο καί νά πεθάνει ἕνας ἄνθρωπος». [8] Hanw Eideneier, Ὄψεις τῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἐκδόσεις Παπαδήμα, Ἀθήνα 2004, σελ. 255. [9] Γ.Μπαμπινιώτη, Ἡ γλώσσα ὡς  ἀξία, ἐκδόσεις Gutebenberg, Ἀθήνα 1999, σελ.145. [10] Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία πού ἐξεφώνησε ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης κατά τήν τελετή ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νόμπελ.
ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Δ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Twitter Bird Gadget Twitter Bird Gadget